ΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΕΡΗ ΧΩΡΑ

ΖΟΥΜΕ ΣΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟΤΕΡΗ ΧΩΡΑ
ΟΧΥΡΟ ΡΟΥΠΕΛ

ΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΗ ΧΩΡΑ

ΖΟΥΜΕ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΟΜΟΡΦΟΤΕΡΗ ΧΩΡΑ
ΚΟΥΦΟΝΗΣΙ

Τετάρτη, 22 Ιουνίου 2011

Έφυγε κρατώντας τη σημαία

Πέθανε η κυρά των Μαρασίων στον Έβρο σε ηλικία 107 χρόνων


Η ελληνική σημαία στα Μαράσια, ακριβώς δίπλα από τη γραμμή των ελληνοτουρκικών συνόρων στον βόρειο Έβρο, χθες, ύστερα από 49 χρόνια, κυμάτιζε μεσίστια. Η κυρά των Μαρασίων, στα 107 της χρόνια έφυγε από τη ζωή, αφήνοντας μόνο του το “πράσινο” φυλάκιο της μεθορίου.
Ήταν σαν χθες που η Βασιλική Λαμπίδου περιέγραφε στη “Μ” την αφοσίωσή της στη σημαία και τη βοήθεια που προσέφερε όλα αυτά τα χρόνια στον στρατό των συνόρων. Οι δυνάμεις της εδώ και καιρό την είχαν εγκαταλείψει. “Κρυώνω πολύ τον χειμώνα και δεν μπορώ να βγαίνω κάθε μέρα”, έλεγε στη συνέντευξη που είχε παραχωρήσει. Ήταν λίγες ημέρες μετά την τελευταία βράβευσή της από τον πρόεδρο της Δημοκρατίας Κάρολο Παπούλια, τα φετινά Θεοφάνια. “Ο πρόεδρος μ’ ευχαρίστησε που κρατάω τα σύνορα”, είχε πει. Η κυρά των Μαρασίων είχε βραβευτεί όμως πολλές φορές από διάφορους φορείς, με κορυφαία την τιμητική βράβευσή της από την Ακαδημία Αθηνών, το 1994. Από το έγγραφο αυτό άλλωστε προκύπτει και η ηλικία της, 107 χρόνων.
Χθες το πρωί στα Μαράσια η κυρά τους συνοδεύτηκε στην τελευταία της κατοικία με όλες τις στρατιωτικές τιμές. Το φέρετρό της ήταν τυλιγμένο με την ελληνική σημαία, που παραδόθηκε στη συνέχεια στην εγγονή της, στρατιωτικό άγημα απέδωσε όλες τις τιμές, ενώ στεφάνι έστειλε και ο πρόεδρος της Δημοκρατίας. “Ήταν μάνα όλων των στρατιωτών, όλων των Ελλήνων”, δήλωσε ο αρχηγός του Γενικού Επιτελείου Στρατού Φράγκος Φραγκούλης, ο οποίος παρέστη στην κηδεία της. Ο στρατηγός ήταν ο πιο στενός “συγγενής” της κυράς των Μαρασίων. “Όταν με διατάζει τότε σηκώνω τη σημαία”, έλεγε. Η τελευταία “διαταγή” που έλαβε από τον αρχηγό του ΓΕΣ ήταν πριν έναν μήνα, όταν έχοντας αναπνευστικά προβλήματα αρνούνταν να εισαχθεί στο νοσοκομείο, και τελικά την έπεισε.
Η Βασιλική Λαμπίδου είχε εγκατασταθεί στα Μαράσια το 1962. Εκεί απέκτησε πέντε παιδιά, από τα οποία δεν ζει κανένα, εγγόνια, δισέγγονα και τρισέγγονα. Ήταν πρόσφυγας, από το Μεγάλο Ζαλούφι της Ανατολικής Θράκης και έφυγε από το σπίτι της το 1913 στον ξεριζωμό. Από την ημέρα που έμεινε στο σπίτι, σε απόσταση λίγων μέτρων από τη γραμμή των συνόρων, φρόντιζε τους στρατιώτες και ύψωνε καθημερινά τη σημαία που κυματίζει στη γωνία της μονοκατοικίας της. “Της υποσχόμαστε ότι δεν θα σταματήσει ποτέ να υψώνεται η σημαία στα Μαράσια”, επισήμανε στον επικήδειο που εκφώνησε ο επικεφαλής της τακτικής διοίκησης του στρατού στην περιοχή, συνταγματάρχης Νικόλαος Μανωλάκος.

Είχε πάντα μια καλή κουβέντα για όλους

Η κυρά των Μαρασίων, για τους συγχωριανούς της κυρά Βασιλικούδα, είχε πάντα έναν καλό λόγο να πει για τον καθένα. Παρότι δεν βάσταγαν τα πόδια της, στο μικρό δωματιάκι που ζούσε τα τελευταία χρόνια ήταν πρόθυμη να κεράσει τον επισκέπτη ένα γλυκό. Ειδικά για τους μετανάστες, που το περσινό καλοκαίρι περνούσαν κατά δεκάδες κοντά από το σπίτι της, τόνιζε ότι πρέπει να τους φροντίσει η ελληνική πολιτεία. “Πού μπορούν να πάνε οι άνθρωποι αφού στις πατρίδες τους τους κρεμούν;”, έλεγε χαρακτηριστικά.
Άλλωστε και η ίδια ήταν πρόσφυγας και σε κάθε κουβέντα θυμόταν τη διαδρομή των πρώτων χρόνων της ζωής της. “Έφυγα μόνη μου με την αδερφή μου, ήμουν μόλις 9 χρόνων, μας έκρυψαν για να μη μας βρουν και μας σκοτώσουν”. Θυμόταν μέχρι και την τελευταία στιγμή την πορεία της, από το Μεγάλο Ζαλούφι στο Ελληνοχώρι Διδυμοτείχου και στο τέλος στα Μαράσια.
Το δωματιάκι της ήταν γεμάτο φωτογραφίες, μ’ αυτές ξυπνούσε και κοιμόταν. Ακριβώς δίπλα στους συγγενείς της, δεκάδες φαντάροι που πέρασαν και τους φρόντισε, αλλά και μια νηπιαγωγός. “Εγώ τη μεγάλωσα όταν ήρθε για να δουλέψει”, περιέγραφε.

Του Κώστα Καντούρη
kantouris@hotmail.com
ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

Να είστε όλες κι όλοι καλά,
εντός και εκτός Ελλάδας.

2 σχόλια:

Φώτης Λαουτάρης είπε...

Να είναι ελαφρύ το χώμα που την σκέπασε.
Ανέστη με γύρισες πίσω πολλά χρόνια με την ανάρτησή σου.
Εκεί «έζησα» σαν φαντάρος 22 μήνες.

Ανέστης Θ.Κετσετζίδης είπε...

Φώτη
είναι πολύ λίγοι αυτοί που φεύγουν με τη σημαία ή και για τη σημαία.